Η προσφάτως κυρωθείσα από το Ελληνικό Κοινοβούλιο «Συμφωνία των Πρεσπών» αποτέλεσε την αφορμή για μια ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το τι είδους εξωτερική πολιτική χαράσσουμε. Πέραν του ονοματολογικού ζητήματος, η συζήτηση ανέδειξε τις αντιφάσεις των κομμάτων που κυβέρνησαν τη χώρα επί τέσσερις δεκαετίες και παράλληλα, έγιναν αντιληπτές οι αιτίες που οδηγούμασταν σε διαδοχικές εθνικές ήττες. Από την ίδρυση του ψευδοκράτους στη Βόρεια Κύπρο και τις συνεχείς υποχωρήσεις όσον αφορά την παράνομη εισβολή και κατοχή μέρους της μεγαλονήσου έως τα Ίμια, τους S-300, την «υπόθεση Οτσαλάν», το «γκριζάρισμα» του Αιγαίου, την ανεξέλεγκτη δράση του Τουρκικού Προξενείου στη Θράκη και φυσικά το ζήτημα της ονομασίας του βόρειου γείτονά μας.

Ωστόσο, με τη σημερινή κυβέρνηση, η εξωτερική πολιτική της αδράνειας και της μετάθεσης των ευθυνών σε μελλοντικές κυβερνήσεις έλαβε τέλος. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός, ότι η λογική του κατευνασμού και της διαχείρισης των διεθνών σχέσεων της χώρας με όρους μικροκομματικού συμφέροντος μόνο αρνητικές συνέπειες είχε. Η διαπίστωση ότι δε φτάνουν τα «ντολμαδάκια», τα «ζεϊμπέκικα» και οι «κουμπαριές» είναι οδυνηρή, αλλά οφείλουμε επιτέλους να αναμετρηθούμε μαζί της και να αποκτήσουμε μια στρατηγική κουλτούρα του 21ου αιώνα.

Όπως φάνηκε και κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα στην Τουρκία, η χώρα μας δε διστάζει να θέσει επί τάπητος τα ανοιχτά ζητήματα, όπως αυτό της υφαλοκρηπίδας και της τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο. Η Ελλάδα έθεσε στο υψηλότερο επίπεδο το ζήτημα των παραβιάσεων στο Αιγαίο, ενώ προωθεί με αυτοπεποίθηση τη θετική ατζέντα στις σχέσεις των δύο χωρών. Το μήνυμα, συνεπώς, είναι διπλό: αποτροπής και συνεργασίας.

Εντός μόλις τεσσάρων ετών, η κυβέρνηση ενίσχυσε τον περιφερειακό ρόλο της χώρας μας με τη σύναψη συμμαχιών και τη διενέργεια πολυδιάστατης διπλωματίας. Η Ελλάδα κοιτά πλέον προς όλες τις κατευθύνσεις του χάρτη με μοναδικό γνώμονα την εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος. Παράλληλα, διεκδικεί ό,τι της αναλογεί βάσει του διεθνούς δικαίου προχωρώντας στην εκμετάλλευση του θαλάσσιου πλούτου της στο Ιόνιο και στην περιοχή νοτιοδυτικά της Κρήτης και δημιουργώντας τις αναγκαίες συνθήκες ανακήρυξης Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (Α.Ο.Ζ.).

Όσον αφορά το Κυπριακό, η χώρα μας για πρώτη φορά παρουσιάστηκε στις διαπραγματεύσεις με ένα συντεταγμένο στρατηγικό σχέδιο αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων και παύσης του καθεστώτος των εγγυήσεων. Υιοθέτησε μία κρυστάλλινη θέση απολύτως συμβατή με το διεθνές δίκαιο, αρνούμενη να μείνει θεατής στην τουρκική προκλητικότητα, όπως έπραττε επί δεκαετίες. Το πρόβλημα «επανα-διεθνοποιήθηκε» και η Κυπριακή Δημοκρατία ασκεί πλέον με αυτοπεποίθηση τα κυριαρχικά δικαιώματά της στην Ανατολική Μεσόγειο προσδοκώντας μια βιώσιμη λύση.

Ενδεχομένως, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση υποκρισίας των στελεχών της Ν.Δ. και του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όσον αφορά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, σχετίζεται με τη «Συμφωνία των Πρεσπών». Αντί της εξεύρεσης μιας λύσης η οποία διαφυλάσσει την ιστορικότητα της Μακεδονίας και αναβαθμίζει το γεωπολιτικό ρόλο της χώρας μας, από την αντιπολίτευση προτάθηκε η συντήρηση του προβλήματος. Ωσάν, για αυτά τα δύο κόμματα, να είναι «πατριωτική στάση» και εθνικά επωφελής η αποδοχή της αναγνώρισης των γειτόνων μας με το όνομα «Μακεδονία» από 140 κράτη και η παράδοση των βόρειων γειτόνων μας στην «αγκαλιά» της Τουρκίας…

Η χώρα μας δε διεξάγει πλέον μάχες οπισθοχώρησης. Αντιθέτως, δηλώνει παρούσα στην περιφέρειά της και διεκδικεί τον ιστορικό ρόλο, που της αναλογεί, πιστή στις αρχές του διεθνούς δικαίου και του ευρωπαϊκού κεκτημένου. Οι εποχές του κατευνασμού και της αδράνειας, της εσωστρέφειας και του απομονωτισμού παρήλθαν ανεπιστρεπτί.

Ιστοσελίδα ‘newpost’, 7/2/2019