
Το καθεστώς Ερντογάν αποφάσισε να αποτυπώσει, κατά το προσεχές χρονικό διάστημα, στην εσωτερική έννομη τάξη της Τουρκίας, το σύνολο των παράνομων αναθεωρητικών αξιώσεών της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Απέναντι στην εν λόγω πρωτοφανή κλιμάκωση από πλευράς της Άγκυρας, η Κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιτάσσει ένα μόνιμο γνώρισμα της «γαλάζιας εξωτερικής πολιτικής»: το στρουθοκαμηλισμό και την υποχωρητικότητα.
Αντί να αναδείξει την εν λόγω προκλητική συμπεριφορά και τακτική της Τουρκίας σε όλα τα διεθνή fora, η Κυβέρνηση επέλεξε να κρύψει το πρόβλημα κάτω από το χαλί αναφερόμενη σε «προσπάθεια εσωτερικής νομοθέτησης αναθεωρητικών θεωριών», η οποία «στερείται νομικής βάσης υπό το Διεθνές Δίκαιο και δεν πρόκειται να δημιουργήσει δεσμευτικές νομικές συνέπειες». Όντως οι ενέργειες της Τουρκίας δε διαθέτουν ερείσματα στο Διεθνές Δίκαιο και ως εκ τούτου, είναι εκ προοιμίου απονομιμοποιημένες σε αυτό το επίπεδο. Αρκεί, ωστόσο, κάτι τέτοιο στη διεθνή πολιτική;
Υπενθυμίζεται ότι, για τον Αττίλα και την παράνομη εισβολή και κατοχή του 1/3 της Κυπριακής Δημοκρατίας εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα, το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. έχει καταλήξει ενδεικτικά στα ψηφίσματα 353 (1974), 541 (1983) και 550 (1984), ενώ και η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών έχει αξιώσει την ταχεία αποχώρηση όλων των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων μέσω του ψηφίσματος 3212 (1974). Επί 52 χρόνια, κανένα κράτος – πέραν της Τουρκίας – δεν έχει προχωρήσει στη de jure αναγνώριση των πεπραγμένων της στην Κύπρο, αλλά αυτό σημαίνει ελάχιστα για την ίδια και τους Ελληνοκύπριους, οι οποίοι εξακολουθούν να υφίστανται τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και κατοχής.
Στη δε περίπτωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου, αγνοήθηκε ακόμη και ένα νησί εκατοντάδων χιλιάδων κατοίκων όπως η Κρήτη (!), προκειμένου η Άγκυρα να οριοθετήσει κοινή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη με την Τρίπολη. Σήμερα, κραδαίνοντας την εν λόγω ψευδο-συμφωνία, η Τουρκία επιτυγχάνει επί του πεδίου έως και τη διακοπή των εργασιών πόντισης του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου, μόλις έξι ναυτικά μίλια ανοιχτά των ελληνικών νησιών.
Κατά συνέπεια, η αδράνεια και η αφωνία της Κυβέρνησης της Ν.Δ. όσον αφορά τις μονομερείς ενέργειες της Τουρκίας καταλήγουν σε δύο συνέπειες. Πρώτον, η Άγκυρα καταφέρνει και λαμβάνει de facto ό,τι δεν μπορεί να της παρασχεθεί de jure και δεύτερον, δημιουργεί υποθήκες ώστε η διεθνής κοινότητα και η ελληνική πλευρά να διολισθήσουν σταδιακά στις τουρκικές θέσεις. Άλλωστε, το εθιμικό δίκαιο, ή η «χρησικτησία» όπως θα ονομαζόταν στο εσωτερικό, συνιστά βασικό πυλώνα θεμελίωσης της διεθνούς τάξης. Με άλλα λόγια, το Διεθνές Δίκαιο συγκροτείται διϊστορικά μέσω παγίων πρακτικών, η σιωπηρή αποδοχή των οποίων δημιουργεί τετελεσμένα.
Πέραν, όμως, των ανωτέρω, η τουρκική τακτική της ενσωμάτωσης της «Γαλάζιας Πατρίδας» στην εσωτερική έννομη τάξη αποτελεί και μια παταγώδη αποτυχία της πολυδιαφημισμένης «προσπάθειας» του κ. Μητσοτάκη να αρθεί το casus belli. Οι δηλώσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού, χωρίς την αναγκαία προετοιμασία και την ύπαρξη ενός σημαντικού μοχλού ουσιαστικής πίεσης στην Τουρκία, όχι μόνο δεν κατέληξαν στην άρση της «απειλής πολέμου» αλλά αυτή πλέον διευρύνεται, δεσμεύει έτι περαιτέρω κάθε μελλοντική τουρκική κυβέρνηση και κωδικοποιεί την προκλητική θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η Κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να πάψει να χαράσσει εξωτερική πολιτική με ορίζοντα τον εκλογικό χρόνο, τις γαλάζιες μικροκομματικές σκοπιμότητες και την αγωνία του να συγκρατήσει τους ψηφοφόρους του κ. Σαμαρά, που εγκαταλείπουν τη Ν.Δ.. Οφείλει να αναδείξει τον παράνομο χαρακτήρα των τουρκικών αξιώσεων και να ενημερώσει τη διεθνή κοινότητα για τον αποσταθεροποιητικό ρόλο της Τουρκίας. Η Ελληνική Κυβέρνηση έχει δεδηλωμένο συμφέρον, λαμβανομένης υπόψιν της διάχυτης γεωπολιτικής αστάθειας, να προχωρά σε μακρόπνοο στρατηγικό σχεδιασμό για την αποτροπή της τουρκικής επιθετικότητας, η οποία αυτή τη στιγμή εκδιπλώνεται σε όλα τα επίπεδα: επιχειρησιακά, νομικά, οικονομικά και διπλωματικά.