
Ερώτηση προς τους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Οικονομικών υπέβαλαν ο Γιάννης Σαρακιώτης και Βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αναφέροντας μεταξύ άλλων:
Η κυβέρνηση τον Νοέμβριο προχώρησε σε μια αποσπασματική τροποποίηση των νέων Ποινικών Κωδίκων όπως ίσχυαν. Συγκεκριμένα, με τον ν. 4637/2019 που δημοσιεύτηκε στις 18/11/2019 διεύρυνε την κατ’ έγκληση δίωξη ορισμένων εγκλημάτων, όταν στρέφονται –μεταξύ άλλων- και κατά της τραπεζικής περιουσίας. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 ν. 4637/2019 ορίστηκε ότι η συνέχιση εκκρεμών ποινικών διαδικασιών που έχουν ανοίξει χωρίς την υποβολή εγκλήσεως με αντικείμενο πράξεις της κακουργηματικής απιστίας του άρθρου 390 παρ. 1 εδ. β’ ΠΚ (όταν στρέφονται σε βάρος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου) εξαρτάται από την δήλωση του δικαιούμενου να υποβάλλει έγκληση εντός τεσσάρων μηνών από την έναρξη ισχύος του ανωτέρω νόμου ότι επιθυμεί την πρόοδό τους. Με τον τρόπο αυτό θεσπίστηκε και μάλιστα αναδρομικά το παράδοξο ο παθών, που σε πολλές περιπτώσεις είναι τα τραπεζικά ιδρύματα, να καλείται να στραφεί κατά στελεχών τους, που ενδεχομένως απαρτίζουν το ίδιο το αποφασίζον για την άσκηση έγκλησης όργανο (διοικητικό συμβούλιο).
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την ψήφιση του ν. 4637/2019 στη Βουλή και στον δημόσιο διάλογο είχε εκφράσει μετ’ επιτάσεως την εύλογη ανησυχία ότι αυτές οι ρυθμίσεις είχαν ως δικαιολογητική βάση την ελεγχόμενη από άποψης συνταγματικότητας καθιέρωση ασυλίας σε τραπεζικά στελέχη και κατ’ επέκταση στους συμμέτοχους για τις ελεγχόμενες πράξεις, δηλαδή σε αυτούς που ανέλαβαν υπέρογκα δάνεια χωρίς επαρκείς ή καθόλου εξασφαλίσεις.
Δείτε εδώ το πλήρες κείμενο της ερώτησης.