
Ο κατευνασμός έναντι της οξυμένης τουρκικής επιθετικότητας συνιστά στρατηγική επιλογή της κυβέρνησης Μητσοτάκη, η οποία ξεπερνά κάθε διπλωματική πρακτική και παράγει ήδη αρνητικές συνέπειες για τα εθνικά θέματα. Τα μηνύματα υποχωρητικότητας έχουν πληθύνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε η Τουρκία να προβάλλει διαρκώς νέες διεκδικήσεις, χωρίς κανένα κόστος για τη διεθνή θέση της. Άλλωστε, ο «απομονωμένος Ερντογάν» έχει καταστεί βασικός συνομιλητής τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ρωσίας, παρεμβαίνοντας σε μια σειρά κρίσιμων γεωστρατηγικών διενέξεων, από την Ουκρανία έως τη Συρία και τη Γάζα, ενώ στο ερώτημα «ποιος είναι ο πραγματικά απομονωμένος;» απαντά το viral βίντεο με τον κ. Μητσοτάκη να παρακαλεί τον κ. Τραμπ για λίγη προσοχή στην τελευταία Σύνοδο του ΝΑΤΟ, χωρίς να επιτυγχάνει ούτε και αυτό. Η Άγκυρα συνεχίζει ακάθεκτη τη διεύρυνση των αξιώσεών της, καθώς αποκομίζει μόνο κέρδη, χωρίς η Ελλάδα να αναδεικνύει τον αποσταθεροποιητικό ρόλο της Τουρκίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή και στη Μεσόγειο. Μόλις πριν από λίγες ημέρες, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών κ. Φιντάν πρόσβαλε το σύνολο του ελληνικού πολιτικού συστήματος με δηλώσεις περί «φτηνής πολιτικής της Ελλάδας» και «εξαρτημένων αντανακλαστικών, παρόμοιων με εκείνων του σκύλου του Παβλόφ». Η απάντηση του κ. Γεραπετρίτη ήταν κατά γενική ομολογία χλιαρή, γεγονός που εξελήφθη ως ευκαιρία από τον κ. Δένδια να ενισχύσει το προφίλ του, αν και αναρμόδιος. Μόνο σοβαρότητα δεν εξέπεμψε η εν λόγω εικόνα της κυβέρνησης. Εν συνεχεία, τα «ήρεμα νερά» του Αιγαίου, όπως επιμένουν να τα χαρακτηρίζουν τα κυβερνητικά στελέχη, διαταράχθηκαν από παραβάσεις του ελληνικού FIR από οπλισμένα τουρκικά F-16, ενώ το συγκεκριμένο περιστατικό αποτέλεσε την κορύφωση μιας ακολουθίας παραβιάσεων από κατασκοπευτικά αεροσκάφη, ελικόπτερα και μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Αξιομνημόνευτα παραμένουν τα δημοσιεύματα του φιλοκυβερνητικού ελληνικού Τύπου, που αναφέρονταν στον «διάχυτο φόβο της Τουρκίας» εξαιτίας των Rafale που «εξασφάλισε για την πατρίδα μας η κυβέρνηση της ΝΔ»! Τα όπλα αποδεικνύονται ανίκανα να αντιμετωπίσουν την απουσία βούλησης και στρατηγικού σχεδιασμού… Και ενώ, σε διάστημα τριών ημερών, παρατηρείται κορύφωση του τουρκικού αναθεωρητισμού, τόσο ρητορικά όσο και επί του πεδίου, η κυβέρνηση σπεύδει να ανακοινώσει ότι επίκειται μία ακόμη συνάντηση του κ. Μητσοτάκη με τον κ. Ερντογάν, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, μεταξύ 22 και 26 Σεπτεμβρίου. Είναι σαφές ότι η Ελλάδα οφείλει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους με την Τουρκία, αλλά είναι εξίσου αναγκαίο να αποστέλλονται και ορισμένα μηνύματα, ώστε η Άγκυρα να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να συνεχίσει την επιθετική πολιτική της δίχως επιπτώσεις. Άλλωστε, η διεθνής κοινότητα και οι σύμμαχοι δεν πρόκειται ποτέ να κατανοήσουν την επικινδυνότητα της τουρκικής στρατηγικής για την περιφερειακή ασφάλεια, όσο η πατρίδα μας δείχνει ότι εναρμονίζεται και δεν ενοχλείται. Στο όνομα της «ανάγκης διατήρησης του παραθύρου διαλόγου», η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιμένει να συμπεριφέρεται σαν να βρέχει, ορίζοντας συναντήσεις και καθιστώντας τον κ. Ερντογάν προνομιακό συνομιλητή του συνόλου των πόλων ισχύος και των κέντρων αποφάσεων. Οι περιπτώσεις αρνήσεων ή και ακυρώσεων συναντήσεων είναι αναρίθμητες στη διεθνή πρακτική, με το εν λόγω όπλο να χρησιμοποιείται κάθε φορά που η συμπεριφορά του άλλου μέρους θεωρείται απαράδεκτη. Πρόσφατα παραδείγματα αφορούν ακυρώσεις συναντήσεων από τον μεξικανό Πρόεδρο με τον Ντόναλντ Τραμπ, εξαιτίας της επιμονής του δεύτερου στην κατασκευή τείχους (2017), από τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν με τον Σεργκέι Λαβρόφ, λόγω της διάστασης απόψεων στο Ουκρανικό (2022), από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν με τον σέρβο πρωθυπουργό, εξαιτίας της προηγηθείσας σύσκεψής του με τον ρώσο υπουργό Οικονομικής Ανάπτυξης (2024), από την Ιαπωνία με τις ΗΠΑ, ως ένδειξη δυσαρέσκειας στις πιέσεις Τραμπ για άνοδο των αμυντικών της δαπανών (2025), και από τις ΗΠΑ με την Ταϊβάν, λόγω των συνομιλιών της με την Κίνα (2025). Οι κ. Μητσοτάκης και Γεραπετρίτης συνεχίζουν τις συναντήσεις και όλοι αναρωτιούνται εύλογα: Έως πότε; Ποιος είναι ο τελικός στρατηγικός στόχος της Ελλάδας; Πότε θα ενημερωθεί η Εθνική Αντιπροσωπεία και πότε θα παύσει η εξωτερική πολιτική να διεξάγεται από την ενός ανδρός αρχή, χωρίς θεσμική οργάνωση και συγκρότηση; Η κυβέρνηση οφείλει να δώσει απαντήσεις στη Βουλή, πριν η μυστική διπλωματία θεωρηθεί κανονικότητα και η υποχωρητικότητα καταστεί συνήθεια.
*Το άρθρο του Γιάννη Σαρακιώτη φιλοξενείται στο ΠΑΡΟΝ της Κυριακής (07/09/2025)