
Η συνεχιζόμενη αστάθεια στη Μέση Ανατολή, καθώς και ο εξελισσόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, μαρτυρούν ότι η μετάβαση προς το νέο πολυπολικό διεθνές σύστημα είναι εξαιρετικά επώδυνη σε όλα τα επίπεδα. Οι συνέπειες του πολέμου στο Ιράν έχουν ήδη φανεί σε οικονομικό και διπλωματικό επίπεδο, αν και η μείζων και προς το παρόν αθέατη πλευρά αφορά τη σοβούσα ανθρωπιστική κρίση, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται υπό την απειλή στέρησης στοιχειωδών αγαθών, όπως η ομαλή πρόσβαση σε καθαρό νερό.
Οι Η.Π.Α., μέσω της απόφασής τους να πλήξουν το Ιράν, κατέστησαν σαφές ότι ο βασικός αντίπαλός τους κατά τη μετάβαση στο νέο διεθνές σύστημα είναι η Κίνα, η οποία αποτελεί τον κύριο καταναλωτή του ιρανικού πετρελαίου απορροφώντας άνω του 80% της παραγωγής της Τεχεράνης. Προηγήθηκε η Βενεζουέλα και η βίαιη αναπροσαρμογή των διεθνών συμφωνιών μεταξύ Καράκας και Πεκίνου, ακολούθησε η Παναμάς και η ακύρωση μέσω δικαστικών αποφάσεων των συμφωνιών με την Κίνα και τώρα, έφθασε σειρά του Ιράν ως ένας σημαίνων ενεργειακός τροφοδότης της σινικής ανάπτυξης.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι Η.Π.Α. – και το Ισραήλ – γνώριζαν εξ αρχής ότι η ήττα του Ιράν δε θα επερχόταν αποκλειστικά διαμέσου των στρατηγικών βομβαρδισμών. Ευσεβής πόθος των Τραμπ και Νετανιάχου ήταν ο ιρανικός λαός να εξεγερθεί ανατρέποντας το ισλαμιστικό καθεστώς αναζητώντας διέξοδο προς μια δυτικού τύπου Δημοκρατία. Είναι προφανές πλέον ότι επρόκειτο για φενάκη, καθότι οι μηχανισμοί καταστολής στο εσωτερικό αποδεικνύονται ιδιαιτέρως σκληροί και αποτελεσματικοί, ενώ και μειονοτικές εθνοτικές ομάδες όπως οι Αζέροι και οι Κούρδοι φαίνονται απρόθυμοι να εμπλακούν σε μια περιπέτεια σύγκρουσης με τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Συνεπώς, η Ουάσιγκτον βρίσκεται ενώπιον μιας πρώτης στρατηγικής «ήττας» μετά και την άρνηση του Ιράν να συμφωνήσει στους υποβληθέντες όρους περί κατάπαυσης του πυρός, έστω και αν αυτοί φέρονται να περιλαμβάνουν την πλήρη άρση των κυρώσεων που έχει επιβάλει η διεθνής κοινότητα. Η παράταση της σύγκρουσης ενισχύει την αύξηση των τιμών του αργού πετρελαίου και την ενεργειακή ανασφάλεια, ενώ υποσκάπτει συνολικά το διεθνές εμπόριο και τη ναυτιλία, καθώς οι διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ δεν αφορούν μόνο το πετρέλαιο, αλλά και τεράστιες ποσότητες πρώτων υλών, σιτηρών και πετροχημικών. Είναι ενδεικτικό το στοιχείο ότι περίπου το 1/3 της παγκόσμιας παραγωγής λιπασμάτων εξέρχεται από τον Περσικό Κόλπο, με ό,τι αυτό σημαίνει για τις επιπτώσεις του πολέμου στην αγροτική παραγωγή.
Υπό το βάρος των ως άνω δεδομένων, η ανάγκη για την Ελλάδα να επιτελέσει το ρόλο του πυλώνα της γεωπολιτικής σταθερότητας και ασφάλειας τεκμαίρεται ως αδήριτη. Από τη μία πλευρά, οι Η.Π.Α. ενισχύουν την παρουσία τους στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο, αλλά από την άλλη, γεννάται και μεγάλη δυσαρέσκεια για τις συνέπειες της πολιτικής τους στο οικονομικό πεδίο (τουρισμός, μεταφορές, τιμές πετρελαίου) μεταξύ τόσο των αραβικών κρατών όσο και των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μεγάλες Δυνάμεις, όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Μεγάλη Βρετανία εμφανίζονται ιδιαιτέρως διστακτικές να ακολουθήσουν την επεμβατική τακτική του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ και τα αναπτυγμένα κράτη του Κόλπου πιέζουν προς άμεση αποκλιμάκωση, καθόσον δεν επιθυμούν να θέσουν σε κίνδυνο την ευμάρειά τους.
Εμφορούμενη από τη γεωγραφική θέση της και τους ιστορικούς παράλληλους δεσμούς της με τη δύση και την ανατολή, η Ελλάδα οφείλει και διαθέτει μια σημαντική ευκαιρία να διαδραματίσει έναν εποικοδομητικό διαμεσολαβητικό ρόλο, αντί να μετατρέπεται σε μέρος της σύγκρουσης και να καλείται απλώς να διαχειρίζεται τα επίχειρα του πολέμου, όπως μια πιθανότατη νέα προσφυγική κρίση. Τα τελευταία χρόνια, η πατρίδα μας έχει απωλέσει σειρά ευκαιριών να διευρύνει το διπλωματικό κεφάλαιό της και είναι βέβαιο ότι δεν έχει την πολυτέλεια για άλλες ήττες, οι οποίες θα περιστείλουν περαιτέρω τη διεθνή θέση της.
Παρόν της Κυριακής, 19/4/2026