
Το 2024 και το 2025 πλήθος δημοσιευμάτων αναφέρονταν στον κίνδυνο απώλειας των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Τ.Α.Α.), οι οποίοι προορίζονταν για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης και των συνεπειών της, ενώ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για το εν λόγω ενδεχόμενο. Η απάντηση της Κυβέρνησης ήταν σαφής: «Μη λαϊκίζετε. Δε θα χαθεί ούτε ένα ευρώ!». Στις αρχές του 2026 και όσο το πέρας της προθεσμίας αξιοποίησης των κονδυλίων του Τ.Α.Α. πλησίαζε, οι φόβοι πολλαπλασιάστηκαν και οι απαντήσεις των αρμοδίων Υπουργών άρχισαν να… μεταβάλλονται: «Θέλουμε να μη χαθεί ούτε ένα ευρώ!»
Πλέον, λίγο πριν τις καταληκτικές προθεσμίες για τη σύναψη των δανειακών συμβάσεων του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» (31/08/2026) και την εκταμίευση των πόρων του Τ.Α.Α., το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ομολογεί με επίσημη ανακοίνωσή του ότι θα χαθούν περίπου 300 εκατ. ευρώ, γεγονός που μαρτυρά την απουσία στρατηγικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση ενός εκ των πλέον κρίσιμων προβλημάτων της ελληνικής κοινωνίας. Η ανερμάτιστη στεγαστικής πολιτικής, χωρίς έμφαση στην αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών και στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της προσφοράς, κατέληξε σε σημαντικές καθυστερήσεις υλοποίησης των προγραμμάτων και στη μετατροπή της διαδικασίας εύρεσης κατοικίας σε «γόρδιο δεσμό».
Όσο περνούσε ο πολύτιμος χρόνος για την απορρόφηση των κονδυλίων, η ΝΔ επέλεξε να υλοποιήσει τα πλήρως αποτυχημένα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» όπως φαίνεται από την εκταμίευση μόλις 13.440 δανείων, που ανταποκρίνονται στο 8,2% των 165.000 υποβληθεισών αιτήσεων. Μάλιστα, αντί να στηρίξει το μοντέλο των κοινωνικών κατοικιών κοινωνικές κατοικίες και κατ’ αυτόν τον τρόπο τους νέους ανθρώπους που επιθυμούν να ξεκινήσουν την οικογενειακή ζωή τους, δημιούργησε ψεύτικες προσδοκίες και συμπεριέλαβε στην εξίσωση τις τράπεζες.
Η υποτιθέμενη «μεγάλη στεγαστική παρέμβαση» του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ» αφορούσε μόλις 20.000 νέους δικαιούχους, οι οποίοι θα επωφελούνταν μέσω στεγαστικών δανείων για την αγορά σπιτιού άνω της 30ετίας! Το αποτέλεσμα ήταν οι τιμές να αυξηθούν κατακόρυφα λόγω και του περιορισμού των διαθέσιμων ακινήτων, ενώ πολλοί δικαιούχοι κατέληξαν να καταβάλουν πολύ περισσότερα χρήματα για το ίδιο ακίνητο σε σχέση με όσα θα κατέβαλαν πριν μερικούς μήνες!
Με άλλα λόγια, η Κυβέρνηση Μητσοτάκη «πέτυχε» να καταστήσει την αγορά σπιτιού «άπιαστο όνειρο ζωής», καθώς πλέον κοστίζει έως και 85% περισσότερο σε σύγκριση με πριν από 10 χρόνια. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, οι τιμές του 55% των προς πώληση ακινήτων ξεπερνούν τις 200.000 ευρώ, ένα ποσό που σαφώς κρίνεται απαγορευτικό για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών. Άλλωστε, κατά τη χρονική περίοδο εκτόξευσης των τιμών των ακινήτων, οι Έλληνες έφθασαν να κατατάσσονται πανευρωπαϊκά τελευταίοι όσον αφορά την αγοραστική δύναμή τους.
Η ως άνω συνολική διολίσθηση της πατρίδας μας και στα ζητήματα της στέγασης αποτυπώνεται στο ποσοστό ιδιοκατοίκησης, το οποίο ανερχόταν στο 74,5% το 2019 και σήμερα έχει υποχωρήσει στο 68%, μείωση που σημαίνει ότι εκατοντάδες χιλιάδες συμπολίτες μας έχασαν τη δυνατότητα να μένουν στο δικό τους σπίτι κατά την περίοδο της «ανάπτυξης» και της «Ελλάδας 2.0» της Ν.Δ.. Όσον αφορά τους πόρους του Τ.Α.Α., η ιστορία θα γράψει ότι η Κυβέρνηση της Ν.Δ. προτίμησε να τούς κατευθύνει σε απευθείας αναθέσεις, ημετέρους, τράπεζες και μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα, αντί να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις σε προβλήματα επιβίωσης της ελληνικής κοινωνίας, όπως η στέγη.